ΠολιτισμόςΤρίκαλαΤΑ ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΙΚΑ “Τσ’ θκειαζμ τσ’ Φώτους”

Φιλική και συναδελφική – συγγραφική συνάντηση πραγματοποίησαν δύο Καραγκούνες τής Θεσσαλίας. Μια Καρδιτσιώτισσα, η Αποστολία Κυργιάκη (συγγραφέας, ποιήτρια και στιχουργός), και η Τρικαλινή (συγγραφέας και δημοσιογράφος) Έρη Μαυρογιάννη, όπου υποδέχτηκε στην πόλη της τα Τρίκαλα την κυρία Κυργιάκη, με αφορμή το πρώτο της λογοτεχνικό βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Όστρια και τιτλοφορείται : ΤΑ ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΙΚΑ. “Τσ’ θκειαζμ τσ’Φώτους”.

Σημειώνοντας ήδη μία μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, από τους ομογενείς.
Η συγγραφέας και δημοσιογράφος Έρη Μαυρογιάννη, άφησε στην άκρη την λογοτεχνική της πένα, πιάνοντας τη δημοσιογραφική, παίρνοντας συνέντευξη από τη συγγραφέα Αποστολία Κυργιάκη, καθώς και οι δύο “στεγάζονται” κάτω από τον ίδιο εκδοτικό οίκο Όστρια.

Τί χαρακτήρας είναι η Φώτω; Τί προσωπικότητα και σε ποια εποχή «ζει»;

Η θεια Φώτω, δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, ούτε και το έτερον ήμισι, ο μπαρμπα Στέφος. Είναι πρόσωπα που στα… πρόσωπά τους συγκεντρώνονται όλες οι θειες και οι μπαρμπάδες του κάμπου! Αν η Φώτω, ειδικά αυτή, ήταν ένα πρόσωπο και υπαρκτό, τότε μάλλον θα μιλούσαμε για τον ίδιο τον …διάολο με τα τσαρούχια, που ικανή την είχα να κάψει το… νερό! Συγκεντρώνει όλα τα στραβά κι ανάποδα που μπορείς να βρεις σε έναν ηλικιωμένο, για την ακρίβεια πάνω από 60 ετών, τις αντιλήψεις του, τη νοοτροπία του, τα πιστεύω του, την κοσμοθεωρία του ολόκληρη. Είναι μια προσωπικότητα που στο βιβλίο ασχολείται με το κουτσομπολιό, με μικροπράγματα ανούσια και απλά, τα οποία αποτελούν μέρος της καθημερινότητάς της, με το σόι της, τη γειτονιά, τους συγχωριανούς, τους …αγνώστους, την οικογένεια, τα ζώα και κυρίως με τον άντρα της, τον μπαρμπα Στέφο! Αυτή η θεια, είναι 4 εποχών και ζει στον κόσμο της, γενικότερα! Ζει στο τώρα, ζούσε και πιο παλιά, τη δεκαετία του ’50, ίσως και παλαιότερα. Ανθεκτική «ράτσα». Θεωρώ πως θα αργήσει πολύ να εξαφανιστεί το «καλούπι» της και αν θέλετε να το πάω λίγο πιο βαθειά, δεν θα ήθελα να εξαφανιστεί η θεια Φώτω, καθώς είναι οι ρίζες μας, είναι η ιστορία μας, είναι τα χωριά του θεσσαλικού κάμπου! Είμαστε εμείς, οι μανάδες μας, οι γιαγιάδες μας, οι θείες μας, οι γειτόνισσές μας… Είμαστε ζωντανοί, αλλοιωμένοι σίγουρα, αλλά ζωντανοί! 

Τί πραγματεύεται το πρώτο λογοτεχνικό σου έργο; 

Στην επιφάνεια του έργου μου, βλέπει κανείς διαβάζοντάς το, δύο χαρακτήρες ανθρώπων, με τον βασικότερο αυτόν της θειας Φώτως και όχι του μπάρμπα, ο οποίος είναι ήπιος τύπος, υπομονετικός, με τις εκρήξεις του κι αυτός, αλλά … κομπάρσος, να αναλώνονται σε μια καθημερινότητα που οι ίδιοι την ορίζουν. Για να είμαι ακριβής, την ζωή τους την ορίζουν αυτά που κουβαλάνε μέσα τους, αναχρονιστικές αντιλήψεις και θεωρίες, καθώς και διάφορα άλλα που έφτασαν σε αυτούς από ακόμα παλιότερες γενιές, όπως για παράδειγμα η θρησκοληψία. Αυτά, έχοντας διάφορα «παρακλάδια» ως κοινωνικά φαινόμενα, δείχνουν τη θέση γυναίκας στην κοινωνία, τη θέση του άνδρα, τη θέση των γεροντότερων και πολλά άλλα. Γενικά, με περισσότερη σκέψη και ανάλυση, βλέποντας πια το θέμα «τρισδιάστατα», καταλαβαίνει ο αναγνώστης τη δομή της καραγκούνικης κοινωνίας στο πέρασμα των χρόνων και αντιλαμβάνεται τα τεράστια θέματα της ζωής στην επαρχία της Θεσσαλίας. Άνθρωποι αμόρφωτοι στην πλειοψηφία τους, θα τολμήσω να πω και άξεστοι, συμπεριφέρονταν ο ένας στον άλλον με πρωτόγονους τρόπους, ακραίους, περισσότερο καθοδηγούμενοι από τα ένστικτά τους και από δεισιδαιμονίες και όχι από τη λογική τους. Σήμερα, τα περισσότερα από αυτά, εγώ τα ονομάζω ευτράπελα… 
Τί μηνύματα θέλεις να περάσεις στον αναγνώστη με την ηρωίδα σου τη Φώτω; Θεωρείς πως ένα κωμικό βιβλίο, όπως είναι το δικό σου, μπορεί να βγάλει στον αναγνώστη και την δήθεν επαναστατημένη πλευρά μιας καταπιεσμένης γυναίκας του Θεσσαλικού κάμπου, που όλο επιθυμεί να ανατρέψει τα δεδομένα και τα κατεστημένα των κατοίκων των χωριών, όμως αδυνατεί; Ενός μικρού κοινωνικού συνόλου; Μιας πατροπαράδοτης οικογένειας που κληρονομείται από γενιά σε γενιά, με τα παραδοσιακά έθιμα;  

Η θεια Φώτω, είναι μεγάλη μορφή, είναι η πρωταγωνίστρια στο βιβλίο αλλά και η πρωταγωνίστρια στον μικρόκοσμό της! Απολαμβάνει να ηγείται, απολαμβάνει να φαίνεται, απολαμβάνει να επιβάλλεται… Έτσι νομίζει. Η αλήθεια είναι πως παρότι είναι πιο δυναμική από τον μπαρμπα Στέφο, στην ουσία αντιπροσωπεύει την παροιμία «σκυλί που γαυγίζει, δεν δαγκώνει»! Μιλάει πολύ, κάνει του κεφαλιού της, είναι επίμονη, έχει μια διεστραμμένη …λογική και προσπαθεί να ορίσει τα πάντα και τους πάντες. Εν αντιθέσει ο μπάρμπας, δεν αναλώνεται σε πολλές κουβέντες, δεν πλαταιάζει γενικώς, είναι πιο εσωστρεφής και πιο συμπαθητικός για τον αναγνώστη. Γίνεται αντιληπτή μια υποβόσκουσα εξουσία πάνω στη θεια, την οποία δεν χρειάζεται να αναδείξει, θεωρείται δεδομένη. Κόντρα οι ρόλοι, αντιφατικοί οι χαρακτήρες, σε ένα ζευγάρι που αλλιώς φαίνονται και αλλιώς είναι οι ισορροπίες ανάμεσά τους, αδιαμφισβήτητη η θέση του καθενός, παντού και πάντα. «Για να γυρίσει ο ήλιος, θέλει δουλειά πολλή…» για τη Φώτω, που νομίζει πως υπερτερεί του συζύγου της και μανιωδώς προσπαθεί να γίνει …κυρά και αρχόντισσα, αλλά δεδομένο θεωρείται, πως όποια μορφή αντίστασης και να επιλέξει για να χτυπήσει το κατεστημένο, δεν θα τα καταφέρει. Καθαρά ανδροκρατούμενη η καραγκούνικη κοινωνία με τη Φώτω να πασχίζει για το ακατόρθωτο, πολεμώντας το όμως ασυνείδητα.
Τη δράση αυτού του πολυαγαπημένου, για το αναγνωστικό κοινό ζευγαριού και πολλών άλλων χαρακτήρων που υπάρχουν στο βιβλίο, πρέπει να τη δει ο καθένας που θα το διαβάσει μέσα από ένα συγκεκριμένο πρίσμα και να είναι υπερασπιστής του δόγματος «γελάω, γιατί η ζωή είναι μικρή και άδικο να τη μαυρίζουμε». Μέσα από αυτή την οπτική, χρησιμοποιώντας μια …πρέζα αγάπης για όσα ακούω γύρω μου, για όσα μου μεταφέρουν πως συνέβησαν κάπου, κάποτε, κατάφερα να βγάλω αβίαστο χιούμορ … πρωτοστάλαμα, το οποίο κατακάθεται στην ψυχή και την ευφραίνει. Είναι μεγάλο όπλο το χιούμορ, για εκείνον που ξέρει να το χειρίζεται σωστά, για κείνον που αναγνωρίζει πως αυτό, πρέπει να περιβάλλεται από αγάπη, ενσυναίσθηση και σεβασμό. Δεν ξέρω αν ισχύει αυτό που λένε πως το χιούμορ είναι δείγμα ευφυίας, για μένα το σίγουρο είναι πως το χιούμορ είναι θέμα θετικής ενέργειας, αισιοδοξίας και καλής πρόθεσης.
Ο αναγνώστης εκ πρώτης, μένει στο εύθυμο του πράγματος, στο ελαφρύ, στο πάνω πάνω. Το βιβλίο κατά βάση, είναι τραγικό, διότι παρουσιάζει μεγάλες αλήθειες και ζητήματα, όπως αυτό του αλκοολισμού ή της κακοποίησης των ζώων. Όμως, μαθημένος όπως είναι, πως όλα τούτα είναι ήθη, έθιμα και παραδόσεις κι επιπλέον, έχει πολλή μεγάλη ανάγκη να γελάσει, περνάει στο ντούκου τα πιο βαθιά νοήματα. Δεν θέλει άλλο να προβληματιστεί και να αναλογιστεί. Δεν αντέχει τη σήμερον ημέρα, με τόσα που έχει στο κεφάλι του. Ποιος άφησε τον Παράδεισο για την Κόλαση; 

Οι νεολαίοι αναγνώστες, πιστεύεις πως είναι ή θα είναι θετικοί αποδέκτες ενός τέτοιου λογοτεχνικού βιβλίου που απεικονίζει από το εξώφυλλο μέχρι το κείμενό του τα αρχέτυπα των προγόνων του; 

Η δύναμη του βιβλίου, η μεγάλη του ισχύ, βρίσκεται στους νέους! Αυτό φαινόταν ξεκάθαρα από τον Σεπτέμβρη του 2015, όταν έφτιαξα τη σελίδα ARTista στο facebook. Το 70% των ακολούθων της σελίδας είναι άτομα από 20 έως 45 – 50 ετών! Αντιλαμβάνεστε πως οι νέοι, είτε έχοντας περιέργεια, είτε έχοντας διάθεση να σατιρίσουν τη διάλεκτο, είτε να «επικοινωνήσουν» με τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους μέσα από έναν δικό τους τρόπο, έχουν αποθεώσει τη σελίδα και τώρα το βιβλίο. Οι ιστορίες που αναφέρονται σε αυτό, διάλογοι, φράσεις και λέξεις, ακόμα και ο τσολιάς με την καραγκούνα στο εξώφυλλο σε στυλ… καρικατούρας, έχουν γίνει …viral στις παρέες μαθητών, νεαρών φίλων και παρεών. Κάτι σαν ανέκδοτα, σαν μύθοι, σαν μουραπάδες! Είναι πολύ ελπιδοφόρο το γεγονός αυτό, στη διατήρηση μιας τοπολαλιάς σαν την καραγκούνικη, που έχει αρχαίες καταβολές και δυστυχώς από ντροπή δεν τη χρησιμοποιούμε, μην μας προσάψουν αμορφωσιά και «χωριατίλα». Οι νέοι, ακομπλεξάριστα τη χρησιμοποιούν. Ίσως κάποιοι για πλάκα, αλλά πόσα ξεκίνησαν για πλάκα και κατέληξαν σοβαρά; Αναρωτιέμαι πολύ συχνά, τί παραπάνω έχει η Κρητική διάλεκτος και όταν ακούμε να τη μιλάνε, μας αρέσει… Ήρθε ο καιρός να κοιτάξουμε οι νέοι τις ρίζες μας και να μαζέψουμε χώμα γύρω τους, να τις ενισχύσουμε, καθώς διανύουμε δύσκολους καιρούς και μας έχουν αποδυναμώσει. 

Πώς εμπνεύστηκες το συγκεκριμένο βιβλίο που πρωτοτυπεί ανάμεσα σε άλλα λογοτεχνικά; 

Έχοντας ήδη την προαναφερόμενη σελίδα στο facebook και βλέποντας την τόσο μεγάλη ανταπόκριση του κόσμου, ήταν για μένα ηθικά εξαναγκάσιμη και η έκδοση του βιβλίου. Οι ηλεκτρονικοί μου φίλοι, διαβάζουν και μου λένε πως κάνουν ψυχοθεραπεία στη σελίδα και τώρα ζητάνε μανιωδώς το βιβλίο. Δεν ξέρω πως αλλιώς να το χαρακτηρίσω όλο αυτό με τα Καραγκούνικα. Τάση; Μόδα; Ανάγκη; Ότι και να είναι, όταν διακεκριμένοι άνθρωποι στο χώρο, το έχουν χαρακτηρίσει πολύπλευρο, λογοτεχνικό, ιστορικό, λαογραφικό, γλωσσικό και πολιτιστικό, άντε εγώ να προσθέσω και …ψυχαναλυτικό!

Μια συμβουλή. Το βιβλίο, δεν είναι να το διαβάσει κάποιος το βράδυ για να χαλαρώσει και να αποκοιμηθεί, ως είθισται. Δεν θα το καταφέρει με ένα τέτοιο πόνημα, γιατί απλά είναι ένα βιβλίο παρεϊστικο, όπου θα πέσουν ατάκες στην καραγκούνικη διάλεκτο, θα πει ο ένας δικά του βιώματα, ο άλλος θα μιμηθεί ή θα αφηγηθεί κάτι άλλο και με μια …μπατζίνα συντροφιά, ένα λουκάνικο, κάμποσα αυγά χτυπητά και μια χωριάτικη, οι παρέες γράφουν ιστορία στα καραγκουνοχώρια, ακόμα και σήμερα! Εκτός και αν επιμείνει κάποιος να το διαβάσει υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, οπότε δεν του εγγυώμαι πως δεν θα τον περνάνε για …τρελό, αφού θα γελάει μόνος του!!!

Η ομογένεια του εξωτερικού, τί σου λέει για το βιβλίο σου, που εκφράζει και θυμίζει τις ρίζες της; 

Δέχομαι καθημερινά μηνύματα στο προφίλ μου, από Έλληνες ομογενείς, όχι κατ’ ανάγκην Θεσσαλούς, που μου γράφουν συγχαρητήρια, να μη σταματήσω να κάνω αυτό που κάνω, πως νιώθουν πιο κοντά στην οικογένειά τους, στα παιδικά τους χρόνια, στον τόπο τους. Θυμούνται γεγονότα, νοσταλγούν, αγαλλιάζουν. Με νιώθουν δική τους, συγγενή τους, μου γράφουν τον πόνο της ξενιτειάς, τις επιθυμίες τους, τα όνειρά τους, που σε όλους είναι να ξαναγυρίσουν στην πατρίδα! Κάποιες φορές ανταμώνουν κιόλας κάτω από κοινοποιήσεις και γνωρίζονται… Εκεί να δείτε, κλάμα και γέλιο μαζί! Το βιβλίο έχει φτάσει κατά ώρας, σε Αγγλία και Γερμανία. Είναι μεγάλο το βάρος για μένα, να ξέρω πως σε ένα βιβλίο ή σε μια σελίδα στο facebook, ένας άνθρωπος μπορεί να δει όλη του τη ζωή να περνάει! Τη χαμένη του ζωή. Τη ζωή που παράτησε και ξενιτεύτηκε. Νιώθω ότι κάνω κάτι πολύ σημαντικό γι’ αυτούς και το θεωρώ ευλογία! 

Μελλοντικά σχέδια; Τη Φώτω θα τη δούμε σε νέες περιπέτειες και στο μέλλον; 

Η θεια Φώτω είναι τόσο φουριόζα, που δεν έχει σταματημό. Και να θέλω, δεν σταματάει εκείνη… Χώρια που τη ζητάει το αναγνωστικό και διαδικτυακό κοινό! Θα έρθει με το καλό και άλλη έκδοση, όταν η πρώτη έκδοση κάνει τον κύκλο της. 

Ποίηση, στίχοι. Τί ονειρεύεσαι και από αυτό το ταλέντο σου;

Εδώ πρέπει να επισημάνω κάτι που πολύ άνθρωποι μπερδεύουν με αποτέλεσμα η λέξη Ποίηση να είναι λίγο παρεξηγημένη, να φαντάζει κάτι μεγάλο, απρόσιτο, βαρύ και ασήκωτο, σκοτεινό, ακατανόητο, που ασχολούνται κάποιοι κουλτουριάρηδες, φευγάτοι, βαρεμένοι που ονειροβατούν και δεν έχουν επαφή με τον κόσμο ετούτο. Λάθος, να τα βάζουμε όλα στο ίδιο σακί. Υπάρχει ποίηση ανάλαφρη, απλοϊκή, γάργαρη, ζωντανή, σαν να τραγουδάνε δυο άνθρωποι, σαν να ακούς τη βροχή, σαν να ψιθυρίζουν γλυκόλογα δυο εραστές! Υπάρχει και αυτή η ποίηση που εξάρει τον έρωτα, την αγάπη, τη φιλία, τις αξίες της ζωής και γίνεται κατανοητή από όλους. Εκεί υπάρχω ως ποιήτρια κι εκεί θα παραμείνω. Κάποια στιγμή θα αποχωριστώ τη θεια Φώτω για λίγο, για να φέρω στον κάμπο μια σειρά από ποιήματα, με πρωταγωνίστρια τη… Σαρδελομάνα. Καυστικά, σατυρικά ίσως και λίγο πρόστυχα ποιήματα, που εγείρουν το ερώτημα: Πώς μπορεί μια Σαρδελομάνα, να επιβιώσει στον κάμπο;
Το θέμα στίχοι- τραγούδια είναι ένα τεράστιο και πολύ πικρό θέμα για μένα, καθώς υπάρχει υπόβαθρο στον τομέα αυτό. Γράφω στίχους από την ηλικία των 15 ετών, κυρίως λαϊκά και έντεχνα. Έχω έρθει σε επαφή τόσα χρόνια με πάρα πολλούς επώνυμους, παραγωγούς, συνθέτες, μουσικούς, τραγουδιστές, ιδιοκτήτες δισκογραφικών εταιρειών και η απάντηση που ίσως τύχαινε να πάρω, γιατί συνήθως κανείς τους δεν απαντάει, είναι η εξής: Γράφετε υπέροχα στιχάκια, συνεχίστε να γράφετε! Μετά από όλη αυτή την αντιμετώπιση και τις αγωνιώδεις προσπάθειές μου να γίνουν οι στίχοι μου τραγούδια και να κυκλοφορήσουν, κάποια στιγμή μετά από είκοσι χρόνια, απογοητεύτηκα πάρα πολύ, κουράστηκα και σταμάτησα να γράφω. Έχω ένα αρχείο κοντά στα 700 κομμάτια, τα οποία δεν μπορώ πια ούτε να τα κοιτάω, ούτε να τα διαβάζω. Με θλίψη ακούω ένα σωρό σαχλοτράγουδα, όλα τυποποιημένα, τα ίδια και τα ίδια. Με θλίψη ακούω και τους πάλαι ποτέ κραταιούς παράγοντες δισκογραφικών εταιρειών, μουσικούς ή παραγωγούς, να λένε πως ο κλάδος καταστράφηκε, έκλεισαν όλα, ήρθε η κρίση, ήρθε το internet, μας έκανε ζημιά και άλλα. Ο αντίλογός μου, ένας! Μόνοι τους άνοιξαν λάκκο και έπεσαν μέσα. Όταν επί δεκαετίες, ακούς τα ίδια πράγματα, από τους ίδιους συντελεστές και δεν ανοίγεις τον χώρο να μπει νέο αίμα στιχουργών, μουσικών, τραγουδιστών, δεν φταίνε μόνο όλα τα άλλα, φταίνε και οι ίδιοι. Έχει επέλθει κορεσμός στο αυτί του Έλληνα. Τα τραγούδια σήμερα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, θυμίζουν … σούρσιμο ελαστικών στην άσφαλτο!
Πιστεύω πως κάποια στιγμή, θα γνωρίσει ξανά ακμή αυτό το κομμάτι του πολιτισμού. Είμαι αισιόδοξη γενικά. Ας είναι καλά κάποια παιδιά ταλαντούχα, διάσπαρτα σε όλη την Ελλάδα, που ανταμώσαμε, βοηθιόμαστε, κάνουμε δουλειές ο ένας για τον άλλον, επικοινωνούμε μουσικά και έχουμε κάνει «διαμαντάκια» τα οποία, δυστυχώς ακόμα δεν τα ξέρει ο πολύς κόσμος, καθώς διάφοροι παράγοντες το καθορίζουν αυτό. 

Copyright 2021

Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.
Το περιεχόμενο της σελίδας καθώς και οι φωτογραφίες αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του εκδότη.
Απαγορεύεται η ολική ή μερική αναδημοσίευση περιεχομένου χωρίς έγγραφη άδεια.

Μέλος του eMedia